γλυκάδιον

γλῠκ-άδιον, τό,
A sweetmeat, Hsch.
2 vinegar, Orusap.EM626.58, Choerob.Rh.p.251S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκάδιον — sweetmeat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Antífrasis — Saltar a navegación, búsqueda La antífrasis (del griego ἀντίφρασις, decir lo contrario ) es una figura retórica que consiste en dar a un objeto o persona un nombre que indica cualidades contrarias a las que realmente posee.[1] Así, en griego… …   Wikipedia Español

  • γλυκάδι — το (Α γλυκάδιον, Μ γλυκάδιν) 1. γλύκισμα 2. (κατ ευφημισμό) το ξίδι νεοελλ. πληθ. τα γλυκάδια 1. αδένες τού σφαχτού, κυρίως του λαιμού και τού παγκρέατος 2. οι όρχεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < γλυκύς, με επίθημα πιθ. υποκοριστικό] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.